Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Μία παρτίδα σκάκι με τον Αναστάση Τζούμπα σε σκακιέρα εικονικής πραγματικότητας!


Συνέντευξη από τη δημοσιογραφική ομάδα Παίδες Ροδίων των Εκπαιδευτηρίων Ροδίων Παιδεία

Παίδες Ροδίων: κ. Τζούμπα, καλώς ορίσατε στο σχολείο μας!
Αναστάσης Τζούμπας: Καλημέρα! Χαίρομαι πολύ που είμαι μαζί σας.
Π.Ρ.: Σκακιστική ή εικονική πραγματικότητα;
Α.Τζ.: Προτείνω να ξεκινήσουμε με την εικονική πραγματικότητα.
Π.Ρ.: Τι είναι, λοιπόν, η εικονική πραγματικότητα; Μια ψευδαίσθηση;
Α.Τζ.: Ακριβώς. Είναι η προβολή είτε μιας εντελώς φανταστικής εικόνας ως πραγματικής είτε μιας πραγματικής αλλά επεξεργασμένης εικόνας.
Π.Ρ.: Η τρισδιάστατη προβολή ταινίας έχει σχέση με την εικονική πραγματικότητα;
Α.Τζ.: Αυτό που βλέπουμε στο σινεμά με τα ειδικά γυαλιά δεν πρέπει να το λέμε 3D, επειδή 3D σημαίνει κάτι που έχουμε σχεδιάσει στον χώρο στις 3 διαστάσεις και που προβάλουμε σε μία απλή οθόνη. Σε τέτοιες ταινίες, αν δεν φοράμε τα γυαλιά, η εμφάνιση στην οθόνη γίνεται με μια προοπτική. Αυτό είναι στερεοσκοπική προβολή, δηλαδή τρόπος παρουσίασης 3D αντικειμένων με έναν τρόπο που μοιάζει με αυτόν στην πραγματική ζωή. 
Π.Ρ.: Και πώς καταφέρνουμε να βλέπουμε το βάθος σε μια τέτοια προβολή;
Α.Τζ.: Θα σας πω πώς δουλεύει στο μυαλό μας αυτή η ψευδαίσθηση. Ας δούμε πρώτα πώς δουλεύει στην πραγματικότητα. ‘Όταν κοιτάμε ένα αντικείμενο, αλλιώς το βλέπει το δεξί μάτι και αλλιώς το αριστερό, καθώς κοιτούν από διαφορετική γωνία. ‘Όταν, λοιπόν, ο εγκέφαλος παίρνει την πληροφορία από τα μάτια, βάζει ταυτόχρονα τις δύο εικόνες δίπλα και ψάχνει τις διαφορές. ‘Έτσι, προκύπτει η έννοια του βάθους.
Π.Ρ.: Η έννοια του βάθους, δηλαδή, σχετίζεται με την εικονική πραγματικότητα;
Α.Τζ.: Ναι. Αν θέλουμε ένα αντικείμενο να το προβάλλουμε εικονικά, πρέπει να δείξουμε σε κάθε μάτι διαφορετική εικόνα. Ζωγραφίζουμε το αντικείμενο, το επεξεργαζόμαστε στον υπολογιστή και το φωτογραφίζουμε από διάφορες γωνίες. Αυτές τις φωτογραφίες τις προβάλλουμε ταυτόχρονα ως μία. Το σημείο κλειδί, λοιπόν, είναι ο διαχωρισμός μιας εικόνας σε δύο. Αυτό θα μπορούσε να γίνει αν βάζαμε μία κουρτίνα στη μύτη μας και μία τηλεόραση σε κάθε μάτι κι έτσι, θα βλέπαμε τις εικόνες συγχρονισμένες. ‘Όμως, δεν επιλέγουμε αυτόν τον πρωτόγονο τρόπο. Χρησιμοποιούμε δύο προτζέκτορες που πέφτουν στην οθόνη ταυτόχρονα και φοράμε γυαλιά με φίλτρο πόλωσης του φωτός. ‘Έτσι, το ένα μάτι βλέπει τη μία εικόνα και το άλλο την άλλη, ώστε αυτό να δημιουργεί την ψευδαίσθηση του βάθους.
Π.Ρ.: Πείτε μας μερικές από τις εφαρμογές της εικονικής πραγματικότητας.
Α.Τζ.: Οι αυτοκινητοβιομηχανίες βγάζουν πολλά μοντέλα σε σύντομο χρονικό διάστημα με δοκιμές στην εικονική πραγματικότητα. Αυτή η διαδικασία εξυπηρετεί και τη συνεργασία ανθρώπων που βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη και την επέμβασή τους σε οποιοδήποτε σημείο της σχεδίασης του αυτοκινήτου. ‘Άλλη μία εφαρμογή βρίσκεται στην ιατρική. Αν ένας γιατρός πρέπει να εγχειρήσει έναν ασθενή, μπορεί να πάρει μια μαγνητική τομογραφία από τον ασθενή και να την επεξεργαστεί σε ένα σύστημα εικονικής πραγματικότητας. Γενικά, η εικονική πραγματικότητα έχει θετικές εφαρμογές στις επιστήμες, καθώς με αυτήν μπορείς να ταξιδέψεις εκεί που δεν μπορείς να διανοηθείς. Στη μοριακή βιολογία, επίσης, δημιουργούνται μοντέλα 3D του DNA και των μορίων σε πολύ μεγάλη κλίμακα και με τα αντίστοιχα συστήματα μπορούμε να δούμε τη δομή τους!
Π.Ρ.: Υπάρχουν αρνητικές εφαρμογές;
Α.Τζ.: ‘Όλες οι εταιρίες τηλεοράσεων που υποστηρίζουν 3D προβολή σημειώνουν ότι απαγορεύεται να βλέπει κάποιος τέτοιες προβολές πάνω από 4 ώρες την ημέρα, διότι οι ταινίες με γρήγορες εναλλαγές σκηνών προκαλούν ναυτία.
Π.Ρ.: A! Tο στερεοσκοπικό σινεμά προκαλεί ζαλάδα!
Α.Τζ.: Η εικονική πραγματικότητα είναι ένα παιχνίδι του μυαλού. Στην πραγματική ζωή, όμως, ο εγκέφαλος δεν λαμβάνει σήματα μόνο από τα μάτια αλλά από όλα τα αισθητήρια όργανα ταυτόχρονα. Αν αυτή η διεργασία αλλάξει, ο εγκέφαλος μπερδεύεται και ζαλιζόμαστε. Γι΄αυτό, ό,τι βλέπουμε στον εικονικό κόσμο θα πρέπει να έρχεται σε αρμονία με ό,τι αισθανόμαστε στον πραγματικό κόσμο. Ακόμα και σε έναν προσομοιωτή πτήσης ο πιλότος δεν είναι απλώς μπροστά σε μία οθόνη, αλλά μπαίνει σε ένα κουβούκλιο, ώστε να λειτουργούν όλες οι αισθήσεις. Γι΄αυτό στην παιδική χαρά στο «γύρω-γύρω όλοι» ζαλιζόμαστε, αφού τα μάτια δεν αναγνωρίζουν αυτό που βλέπουν. Οι ταινίες, λοιπόν, με στερεοσκοπική προβολή προκαλούν αδιαθεσία. Αν νιώσουμε κάτι τέτοιο, το πρώτο που κάνουμε είναι να βγάλουμε τα γυαλιά.
Π.Ρ.: ‘Άρα, στην εικονική πραγματικότητα λειτουργούν και η όραση και η ακοή;
Α.Τζ.: Ακόμα και η αφή. Για παράδειγμα, τα 3D ποντίκια μπορούν να στρίψουν και να περιστραφούν στους 3 άξονες, έχουν, δηλαδή, 6 βαθμούς ελευθερίας. Στο μέλλον, όμως, ο τρόπος αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον θα είναι πολύ πιο φυσικός. Θα δίνουμε τις εντολές είτε με αναγνώριση φωνής είτε με ειδικά γάντια.
Π.Ρ.: Ποιος είχε την ιδέα της δημιουργίας της εικονικής πραγματικότητας;
Α.Τζ.: Ο Ivan Sutherland το 1977 είχε διαπιστώσει ότι με τον διαχωρισμό δύο εικόνων προκύπτει η ψευδαίσθηση του βάθους. Τα πρώτα γυαλιά ήταν μπλε-κόκκινο. Τότε περνούσαν τα φίλτρα των φωτογραφικών μηχανών, που ήταν κόκκινο-πράσινο, και έκαναν τη μία εικόνα πιο κόκκινη και την άλλη πιο πράσινη. Αν φοράς πράσινα γυαλιά, δεν μπορείς να δεις την κόκκινη φωτογραφία, την βλέπεις μαύρη, κι αν φοράς κόκκινα γυαλιά, δεν μπορείς να δεις την πράσινη, κι αυτήν τη βλέπεις μαύρη. ‘Ετσι, δεν ήταν καλός ο διαχωρισμός ούτε καλή η ποιότητα, γι΄αυτό ζαλιζόμασταν. Με τη νέα τεχνική ο διαχωρισμός γίνεται κατά 99,99%, δηλαδή, το αριστερό μάτι δεν βλέπει αυτό που βλέπει το δεξί και όλα είναι καθαρά.
Π.Ρ.: Πόσο «μπροστά» είμαστε στην Ελλάδα σε αυτήν την τεχνολογία;
Α.Τζ.: Ωραία ερώτηση κι αυτή! ‘Έχουμε τη μεγαλύτερη βάση εγκατεστημένων συστημάτων εικονικής πραγματικότητας στην Ευρώπη. ‘Όμως, δεν το ξέρει κανένας! Βέβαια, στη βιομηχανία μας δεν είναι διαδεδομένη αυτή η τεχνολογία, γεγονός που συμβάλλει στη μείωση του βαθμού ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Οι ξένες χώρες χρησιμοποιούν νέες τεχνολογίες στην παραγωγή, ενώ εμείς είμαστε ακόμα σε πρωτόγονο στάδιο.
Π.Ρ.: Ας περάσουμε και στο σκάκι!
Α.Τζ.: Ο πατέρας μου με πρωτοπήγε στην Κηφισιά, όπου γίνονταν αγώνες, να δω και να παίξω σκάκι. Σε ένα σχολικό πρωτάθλημα βγήκα πρώτος και από τότε άρχισα τις προπονήσεις μία φορά την εβδομάδα. Στα 12 μου χρόνια έκανα ρεκόρ, καθώς ήμουν ο μικρότερος μαιτρ στην Ελλάδα, και μπήκα στην εθνική αντρών. Εκείνη την εποχή με επέλεξαν να παρακολουθήσω κάποια σεμινάρια στη Ρωσία από τον πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή Vasili Smislof, μια απίστευτη μορφή του παγκόσμιου σκακιού. Μάλιστα, τα σεμινάρια μάς τα έκανε στο σπίτι του. Εκείνες τις τρεις μέρες στη Μόσχα συνειδητοποίησα ότι, παρά τους τίτλους και τις διακρίσεις, δεν ήξερα τίποτα στο σκάκι. Γενικότερα, στη ζωή μας το πιο σημαντικό πράγμα για να πετύχεις, όταν έχεις κάνει φυσικά και μια στοιχειώδη προσπάθεια, είναι η ψυχολογία. Πρέπει να έχεις την ψυχολογία του νικητή. Να πιστεύεις στον εαυτό σου. Να θεωρείς ότι τα πάντα θα συνωμοτήσουν υπέρ σου. Tο 2004 o ‘Ότο Ρεχάγκελ ενίσχυσε την ψυχολογία των παικτών, που χωρίς άγχος τα έδωσαν όλα και πήραν το ευρωπαϊκό.
Π.Ρ.: Γιατί σταματήσατε το σκάκι;
Α.Τζ.: Παίζοντας σκάκι γύρισα τον κόσμο, κέρδισα χρήματα και αναγνωρισιμότητα. Στον αθλητισμό το ταξίδι έχει σημασία. ‘Όταν, όμως, κάνεις πρωταθλητισμό, φτάσεις στο τέρμα και είσαι ψηλά, το να διατηρήσεις τη θέση σου χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια. Κι αυτό σε φθείρει σωματικά, πνευματικά και ψυχικά. Σταμάτησα το σκάκι, αλλά εφάρμοσα αυτά που έμαθα αλλού. Βρήκα την εικονική πραγματικότητα, την καινούργια μου τρέλα!
Π.Ρ.: Υπάρχει σχέση ανάμεσα στο σκάκι και την αληθινή ζωή;
Α.Τζ.: Υπάρχει ένας κανόνας στο σκάκι: όταν έχεις κερδισμένη θέση-πλεονέκτημα, τότε, για να κερδίσεις, χρειάζεται να αφιερώσεις διπλάσια προσπάθεια και συγκέντρωση από ό,τι, αν έχεις ισόρροπη θέση με τον αντίπαλο. Δηλαδή, δεν πρέπει να υποτιμήσεις τον αντίπαλο ούτε να εφησυχάσεις, για να μην εξανεμίσεις το πλεονέκτημά σου. Ο ‘Όσκαρ Ουάλιντ έλεγε ότι οι καλοαναθρεμμένοι αντικρούουν τους άλλους αλλά οι σοφοί τον εαυτό τους. Στη ζωή σκέφτομαι όπως και στο σκάκι. Θα σας εξηγήσω. ‘Όταν διανύουμε μεγάλες αποστάσεις με το αυτοκίνητο και προσεγγίζουμε τον προορισμό μας, για να φτάσουμε γρηγορότερα, οδηγούμε αντίθετα στο στενό, περνάμε με πορτοκαλί, παραβιάζουμε το stop...Κι ενώ είμαστε σε κερδισμένη θέση, αφού φτάνουμε, χαλαρώνουμε και δεν προσέχουμε. Σύμφωνα με στατιστικές το 80% των ατυχημάτων γίνεται στην περιοχή του σπιτιού μας. ‘Ήμουν, λοιπόν, στην πλατεία Κένεντι και, ενώ έτρεχα στη λεωφόρο, βλέπω πορτοκαλί. Εκείνη τη στιγμή μού ήρθαν στο μυαλό οι κινήσεις στο σκάκι και, κυρίως, η φράση «κερδισμένη θέση, διπλή προσοχή». Αμέσως, πάτησα φρένο και κοκαλώνω το αυτοκίνητο μπροστά στο φανάρι. Τότε, πέρασε από μπροστά μου ένα φορτηγό με ιλιγγιώδη ταχύτητα!
Π.Ρ.: Το σκάκι είναι τρόπος σκέψης;
Α.Τζ.: Είναι σημαντικό ό,τι κάνουμε να το κάνουμε για έναν σκοπό. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι σκοπός του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία. Πώς εννοούσε, όμως, ο μεγάλος φιλόσοφος την ευδαιμονία; ‘Όλοι οι άνθρωποι έχουμε τη βαθιά ανάγκη να κάνουμε κάτι, για να νιώσουμε καλά. Η ευδαιμονία, λοιπόν, είναι η εκπλήρωση αυτού του στόχου. Αυτό γίνεται μόνο με τη λογική, που διαφοροποιεί, άλλωστε, τον άνθρωπο από τα ζώα. Επομένως, μας χρειάζεται μια στρατηγική που να εναρμονίζεται με τους στόχους μας. Το σκάκι, λοιπόν, είναι άθλημα και παιχνίδι, έχει επιστημονική βάση, είναι τέχνη και ψυχαγωγία, έχει έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον και παιδαγωγική επιρροή. Γι΄αυτό, δεν είναι μόνο τρόπος σκέψης αλλά τρόπος ζωής. Η σκακιστική θεωρία σο μαθαίνει πώς να αντιμετωπίζεις κάθε πρόβλημα, όμως, με βάση τις δικές σου ικανότητες. Ούτε παίζουμε στο περίπου ούτε σκονάκια έχουμε. Παίζουμε την παρτίδα μόνοι μας. Το σκάκι μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένο, όπως έλεγε ο Ζίγκμπερτ Τάρρας, ο παγκόσμιος πρωταθλητής.
Π.Ρ.: Τι κερδίζουμε από το σκάκι;
Α.Τζ.: Καλλιεργούμε αξίες, γινόμαστε αποφασιστικοί, επιμελείς, κάνουμε αυτοκριτική, λύνουμε τις διαφορές μας με ειρηνικό τρόπο. Λίγες είναι οι φορές που ο ένας παίκτης  πετάει τη σκακιέρα στον άλλο (γέλια)! Το σκάκι, επίσης, βελτιώνει τη μνήμη και μεθοδεύει τη σκέψη. Ακόμη, ενισχύει τη στρατηγική, που διαφοροποιείται από την τακτική, καθώς στην τακτική ξέρεις τι να κάνεις, όταν υπάρχει κάτι να κάνεις, ενώ στη στρατηγική ξέρεις τι να κάνεις, όταν  δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις. Επίσης,  μας κάνει να ρωτάμε “γιατί;“. Ο Πάμπλο Πικάσο είχε πει ότι τα κομπιούτερ είναι άχρηστα, γιατί δίνουν μόνο απαντήσεις. Γι΄αυτό, το κομπιούτερ δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσει τον άνθρωπο.
Π.Ρ.: Ο Garry Kasparov, όμως, έχασε!
Α.Τζ.: ‘Ήταν στημένο. ‘Ήταν marketing trick. Δεν μπορούσε να χάσει αυτήν την παρτίδα ο Kasparov.
Π.Ρ.: Πώς κερδίζεται, λοιπόν, μια παρτίδα;
Α.Τζ.: Συνήθως με ρωτούν αν βλέπω 20 κινήσεις μπροστά. Τη θεωρώ εσφαλμένη ερώτηση. Είναι σαν να ρωτάς έναν ζωγράφο πόσες φορές ακούμπησε στον καμβά με το πινέλο του. ‘Ένας παγκόσμιος πρωταθλητής έλεγε ότι βλέπει μόνο μία κίνηση μπροστά, που είναι, όμως, πάντα η σωστή. Σημασία έχουν οι σωστές κινήσεις κι όχι οι πολλές. ‘Άλλωστε, το να κάνεις λάθος και στο σκάκι και τη ζωή είναι αναπόφευκτο. Αυτός, λοιπόν, που κερδίζει σε έναν αγώνα σκάκι είναι εκείνος που νιώθει λιγότερη πίεση από τον αντίπαλο. Σημαντική για τη νίκη είναι και η πρωτοβουλία, το πλεονέκτημα του επιτιθέμενου, όπως το λέμε στο σκάκι. Αντί να κάθεσαι και να περιμένεις τον άλλο να εκδηλωθεί, πράξε δυναμικά. Μία ρωσική παροιμία λέει «ακόμα και η σφαίρα φοβάται τον γενναίο». Το πιο σημαντικό, όμως, για τη νίκη είναι η σφαιρική αντίληψη, δηλαδή το να βλέπεις όλη τη σκακιέρα. Στο μυαλό μας να έχουμε τη μακροπρόθεσμη νίκη και να δεχόμαστε τη βραχυπρόθεσμη απώλεια. Τότε είσαι αυθεντία στο σκάκι.
Π.Ρ.: Πώς αισθάνεστε, όταν χάνετε;
Α.Τζ.: Χαίρομαι! Γενικά, πρέπει να χαιρόμαστε τις ήττες μας, να χάνουμε όσο αντέχουμε! Να θέλουμε να παίζουμε με ισχυρούς αντιπάλους, γιατί τότε γινόμαστε καλύτεροι. ‘Άλλωστε, δεν θα χάνουμε και συνέχεια! 
Π.Ρ.: Μόνο το ταλέντο φτάνει;
Α.Τζ.: Ο Robert Fischer, παγκόσμιος πρωταθλητής, είπε «στα 11 μου απλώς έγινα καλός», ενώ ήταν ήδη μαιτρ. Εννοούσε ότι, αν κάποιος έχει ταλέντο, μπορεί να είναι καλός. Για να γίνεις πολύ καλύτερος, πρέπει να δουλέψεις, να μάθεις από τα λάθη σου.
Π.Ρ.: Η φαντασία μετράει;
Α.Τζ.: Η φαντασία δεν είναι ένα κουμπί που το πατάς. Πρέπει συνεχώς να σκέφτεσαι λίγο αντισυμβατικά. Αν σου έχουν μάθει ότι κάτι γίνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, μπορείς να σκεφτείς αν γίνεται κι αλλιώς. Υπάρχουν στιγμές που πελαγώνουμε, που έχουμε ένα πρόβλημα και δεν ξέρουμε τη λύση. Τότε αφήνουμε τη διαίσθησή μας να μας οδηγήσει, εμπιστευόμαστε αυτό που νιώθουμε. Σε πολλές παρτίδες ερχόταν μία κρίσιμη κατάσταση που δεν ήξερα τι να κάνω, ήταν όλα τόσο περίπλοκα. Ακολουθούσα τη διαίσθησή μου, που μου έδειχνε έναν δρόμο.
Π.Ρ.: κ.Τζούμπα, σας ευχαριστούμε πολύ! Ευχόμαστε να ξανασυναντηθούμε.
Α.Τζ.: Εγώ σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας!
Π.Ρ.: Πάμε για φωτογραφίες!
Α.Τζ.: Πάμε για χαμόγελα!